skill
skill
skɪl
skil
swillstillspillskirl

Ορισμός και σημασία του "skill"στα αγγλικά

01

δεξιότητα, επιδεξιότητα

an ability to do something well, especially after training 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skills
Παραδείγματα
After years of practice, her skill in playing the guitar became exceptional. 

Μετά από χρόνια εξάσκησης, η δεξιότητα της στο παίξιμο της κιθάρας έγινε εξαιρετική.

02

δεξιότητα, ικανότητα

ability to produce solutions in some problem domain 

Λεξικό Δέντρο

skillful
skill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store