Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skills
Παραδείγματα
The athlete 's skill in dribbling and shooting made him a star player on the basketball team.
Η δεξιότητα του αθλητή στο ντρίμπλα και το σουτ τον έκανε αστέρα της ομάδας μπάσκετ.
02
δεξιότητα, ικανότητα
ability to produce solutions in some problem domain
Λεξικό Δέντρο
skillful
skill



























