skill
Pronunciation
/skɪl/

Ορισμός και σημασία του "skill"στα αγγλικά

01

δεξιότητα, επιδεξιότητα

an ability to do something well, especially after training
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
skills
Παραδείγματα
The athlete 's skill in dribbling and shooting made him a star player on the basketball team.
Η δεξιότητα του αθλητή στο ντρίμπλα και το σουτ τον έκανε αστέρα της ομάδας μπάσκετ.
02

δεξιότητα, ικανότητα

ability to produce solutions in some problem domain

Λεξικό Δέντρο

skillful
skill
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store