Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Skill
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
skills
Παραδείγματα
After years of practice, her skill in playing the guitar became exceptional.
Μετά από χρόνια εξάσκησης, η δεξιότητα της στο παίξιμο της κιθάρας έγινε εξαιρετική.
02
δεξιότητα, ικανότητα
ability to produce solutions in some problem domain
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
skillful
skill



























