Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
skeptically
01
σκεπτικά, με σκεπτικισμό
with doubt, questioning, or a lack of immediate acceptance
Παραδείγματα
The team skeptically assessed the sudden change in project direction, seeking clarification on the reasons behind it.
Η ομάδα αξιολόγησε επιφυλακτικά την ξαφνική αλλαγή στην κατεύθυνση του έργου, ζητώντας διευκρινίσεις για τους λόγους πίσω από αυτήν.
Λεξικό Δέντρο
skeptically
skeptical
skeptic



























