Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to size up
[phrase form: size]
01
αξιολογώ, κρίνω
to examine someone or something in order to form a judgment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
size
ενεστώτας
size up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sizes up
ενεστώτα μετοχή
sizing up
απλός αόριστος
sized up
παθητική μετοχή
sized up
Παραδείγματα
Before accepting the job offer, she took time to size the company up and assess its culture.
Πριν αποδεχτεί την προσφορά εργασίας, πήρε χρόνο να αξιολογήσει την εταιρεία και τον πολιτισμό της.



























