to sit back
sit
sɪt
sit
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "sit back"στα αγγλικά

to sit back
01

χαλαρώνω, καθίστε αναπαυτικά

to relax and make oneself comfortable in a sitting position 
Intransitive
to sit back definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit back
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits back
ενεστώτα μετοχή
sitting back
απλός αόριστος
sat back
παθητική μετοχή
sat back
Παραδείγματα
The audience sat back and enjoyed the show. 

Το κοινό κάθισε αναπαυτικά και απολάμβανε την παράσταση.

02

κάθεται με σταυρωμένα χέρια, δεν κάνει τίποτα

to be indifferent about something that is happening 
Intransitive
Παραδείγματα
The government is sitting back and doing nothing about the cost of living crisis. 

Η κυβέρνηση κάθεται με σταυρωμένα χέρια και δεν κάνει τίποτα για την κρίση του κόστους ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store