Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit around
01
τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα
to spend time doing nothing or nothing productive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit around
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits around
ενεστώτα μετοχή
sitting around
απλός αόριστος
sat around
παθητική μετοχή
sat around
Παραδείγματα
On weekends, I just like to sit around and watch TV.
Τα Σαββατοκύριακα, απλά μου αρέσει να κάθομαι και να βλέπω τηλεόραση.



























