Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit around
01
τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα
to spend time doing nothing or nothing productive
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit around
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits around
ενεστώτα μετοχή
sitting around
απλός αόριστος
sat around
παθητική μετοχή
sat around
Παραδείγματα
The unemployed man sat around all day, waiting for the phone to ring.
Ο άνεργος άνδρας κάθισε αδρανής όλη τη μέρα, περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο.



























