sister-in-law
sis
sɪs
sis
ter
tə
tē
in
ɪn
in
law
lɔ:
law

Ορισμός και σημασία του "sister-in-law"στα αγγλικά

01

κουνιάδα, αδελφή του συζύγου

the person who is the sister of one's spouse 
sister-in-law definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sisters-in-law
αρσενικό ενικό
brother-in-law
θηλυκό ενικό
sister-in-law
neutral form
in-law
Παραδείγματα
She has a close relationship with her sister-in-law, often confiding in her like a sister. 

Έχει μια στενή σχέση με την κουνιάδα της, συχνά της εμπιστεύεται σαν αδελφή.

1.1

κουνιάδα

the person who is the wife of one's sibling 
1.2

κουνιάδα, σύζυγος του αδελφού ή της αδελφής του συζύγου

the person who is the wife of one's spouse's sibling 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store