sis
sis
sɪs
sis
misdishissdiss

Ορισμός και σημασία του "sis"στα αγγλικά

01

αδελφή, αδερφή

a female person who has the same parents as another person 
sis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sisters
02

αδελφή, φίλη

a friendly or affectionate term used to address someone 
αργκό
Παραδείγματα
Sis, you need to calm down and listen. 

Σις, πρέπει να ηρεμήσεις και να ακούσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store