sire
sire
saɪɜr
σαιερρ
/sˈa‍ɪ‍ə/

Ορισμός και σημασία του "sire"στα αγγλικά

to sire
01

γεννώ, αποκτώ απογόνους

to beget, procreate, or father offspring, typically used in reference to male animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sire
γ΄ ενικό πρόσωπο
sires
ενεστώτα μετοχή
siring
απλός αόριστος
sired
παθητική μετοχή
sired
02

αποχαιρετώ, λέω αντίο

the act of saying farewell
01

πατέρας, επιβλητήρας

a male parent of an animal, especially a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sires
02

πρόγονος, ιδρυτής

the founder of a family
03

κύριος, sire

a title of address formerly used for a man of rank and authority
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store