Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sire
01
γεννώ, αποκτώ απογόνους
to beget, procreate, or father offspring, typically used in reference to male animals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sire
γ΄ ενικό πρόσωπο
sires
ενεστώτα μετοχή
siring
απλός αόριστος
sired
παθητική μετοχή
sired
02
αποχαιρετώ, λέω αντίο
the act of saying farewell
Sire
01
πατέρας, επιβλητήρας
a male parent of an animal, especially a horse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sires
αρσενικό ενικό
sire
θηλυκό ενικό
dam
neutral form
parent
02
πρόγονος, ιδρυτής
the founder of a family
03
κύριος, sire
a title of address formerly used for a man of rank and authority



























