Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sinless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sinless
συγκριτικός βαθμός
more sinless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
morality, religion, behavior
Παραδείγματα
The saint’s life was considered sinless, a model of virtue for others to follow.
Η ζωή του αγίου θεωρήθηκε αναμάρτητη, ένα πρότυπο αρετής για τους άλλους να ακολουθήσουν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sinlessness
sinless
sin



























