sinless
Pronunciation
/sˈɪnləs/

Ορισμός και σημασία του "sinless"στα αγγλικά

01

αναμάρτητος, άψογος

morally perfect and without wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sinless
συγκριτικός βαθμός
more sinless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The story portrayed a sinless hero whose purity and integrity were unmatched.
Η ιστορία απεικόνιζε έναν αμάρτητο ήρωα του οποίου η αγνότητα και η ακεραιότητα ήταν απαράμιλλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store