Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sink in
01
κατανοώ σταδιακά, συνειδητοποιώ σιγά σιγά
to gradually understand a concept, often accompanied by an emotional response
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
sink
ενεστώτας
sink in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sinks in
ενεστώτα μετοχή
sinking in
απλός αόριστος
sank in
παθητική μετοχή
sunk in
Παραδείγματα
The impact of the tragedy slowly sank in as the community mourned.
Η επίδραση της τραγωδίας κατανοήθηκε αργά καθώς η κοινότητα θρηνούσε.



























