sinhalese
sinh
ˌsɪn
σιν
a
ə
α
lese
ˈliz
λιζ
/sˌɪnheɪlˈiːz/

Ορισμός και σημασία του "Sinhalese"στα αγγλικά

01

Σινχαλεζικά, Σινχαλεζική γλώσσα

the official language of Sri Lanka with Indo-Aryan roots
Sinhalese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

Σιγκαλέζος, Κατοικος της Σρι Λάνκα

a native or inhabitant of Sri Lanka
01

Σιναλεζικά, Σιναλεζική

of or relating to the Sinhalese languages
Sinhalese definition and meaning
02

Σιναλέζικος, σχετικός με τους Σιναλέζους

of or relating to the Sinhalese people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store