silo
si
ˈsaɪ
sai
lo
ləʊ
lew
smilo

Ορισμός και σημασία του "silo"στα αγγλικά

01

σιλό, αποθήκη σιτηρών

a tall container used to store grain or other farm products 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
silos
Παραδείγματα
The farmer filled the silo with corn. 

Ο αγρότης γέμισε το σιλό με καλαμπόκι.

02

σιλό πυραύλων, σιλό εκτόξευσης

an underground structure used to store and launch ballistic missiles 
Παραδείγματα
The army inspected the missile silo. 

Ο στρατός επιθεώρησε το σιλό πυραύλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store