beep
beep
bip
μπιπ
/bˈiːp/

Ορισμός και σημασία του "beep"στα αγγλικά

to beep
01

κορνάρω, εκπέμπω ηχητικό σήμα

(particularly of a horn or electronic device) to make a short, often high-pitched sound as a signal or alert
Intransitive
to beep definition and meaning
Παραδείγματα
The hospital equipment beeped regularly, indicating the patient's vital signs.
Ο εξοπλισμός του νοσοκομείου ηχούσε τακτικά, υποδεικνύοντας τα ζωτικά σημεία του ασθενούς.
02

καλώ με βομβητή, ειδοποιώ με ηχητικό σήμα

to call or alert someone using a beeper
Dialectamerican flagAmerican
bleepbritish flagBritish
Transitive: to beep sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beep
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeps
ενεστώτα μετοχή
beeping
απλός αόριστος
beeped
παθητική μετοχή
beeped
Παραδείγματα
When the event was about to start, they beeped all the volunteers to gather.
Όταν η εκδήλωση ήταν έτοιμη να ξεκινήσει, χτύπησαν όλους τους εθελοντές για να συγκεντρωθούν.
01

μπιπ, κοντός τόνος

a short high tone produced as a signal or warning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beeps
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store