Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beep
01
κορνάρω, εκπέμπω ηχητικό σήμα
(particularly of a horn or electronic device) to make a short, often high-pitched sound as a signal or alert
Intransitive
Παραδείγματα
The car behind us beeped impatiently as we waited at the green light.
Το αυτοκίνητο πίσω μας κόρναρε ανυπόμονα καθώς περιμέναμε στο πράσινο φανάρι.
02
καλώ με βομβητή, ειδοποιώ με ηχητικό σήμα
to call or alert someone using a beeper
Dialect
American
Transitive: to beep sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beep
γ΄ ενικό πρόσωπο
beeps
ενεστώτα μετοχή
beeping
απλός αόριστος
beeped
παθητική μετοχή
beeped
Παραδείγματα
The nurse beeped the doctor to inform him about the emergency.
Η νοσοκόμα έκανε μπιπ στον γιατρό για να τον ενημερώσει για την επείγουσα περίπτωση.
Beep
01
μπιπ, κοντός τόνος
a short high tone produced as a signal or warning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beeps
Λεξικό Δέντρο
beeper
beep



























