achiever
a
ə
ē
chie
ˈʧi:
chi
ver

Ορισμός και σημασία του "achiever"στα αγγλικά

01

επιτυχών, πραγματοποιητής

someone who reaches a high level of success, particularly in their occupation 
achiever definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
achievers
Παραδείγματα
As a dedicated achiever, she consistently sets and exceeds ambitious goals in her career. 

Ως αφοσιωμένη επιτυχών, ορίζει και ξεπερνά συνεχώς φιλόδοξους στόχους στην καριέρα της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nonachiever
overachiever
underachiever
achiever
achieve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store