signalman
sig
ˈsɪg
sig
nal
nəl
nēl
man
mæn
mān

Ορισμός και σημασία του "signalman"στα αγγλικά

01

σηματωρός, χειριστής σημάτων

a person who operates and maintains signal equipment along railway lines 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
signalmen
Παραδείγματα
The signalman adjusted the semaphore signals for an approaching train. 

Ο σηματωρός ρύθμισε τα σηματοφόρα για ένα τρένο που πλησίαζε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store