sightseer
Pronunciation
/ˈsaɪtˈsiɝ/, /ˈsaɪtˈsiɹ/

Ορισμός και σημασία του "sightseer"στα αγγλικά

01

τουρίστας, επισκέπτης

a tourist who is visiting sights of interest
sightseer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sightseers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store