Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sightsee
01
επισκέπτομαι αξιοθέατα, κάνω τουρισμό
to visit interesting and well-known places
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sightsee
γ΄ ενικό πρόσωπο
sightsees
ενεστώτα μετοχή
sightseeing
απλός αόριστος
sightsaw
παθητική μετοχή
sightseen
Παραδείγματα
Last summer, the group sightseed along the historical sites.
Το περασμένο καλοκαίρι, η ομάδα επισκέφτηκε αξιοθέατα κατά μήκος των ιστορικών τόπων.
Λεξικό Δέντρο
sightseeing
sightseer
sightsee
sight
see



























