Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sightsee
01
επισκέπτομαι αξιοθέατα, κάνω τουρισμό
to visit interesting and well-known places
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sightsee
γ΄ ενικό πρόσωπο
sightsees
ενεστώτα μετοχή
sightseeing
απλός αόριστος
sightsaw
παθητική μετοχή
sightseen
Παραδείγματα
Tourists often come to the city to sightsee and experience its cultural landmarks.
Οι τουρίστες έρχονται συχνά στην πόλη για να περιηγηθούν και να βιώσουν τα πολιτιστικά της αξιοθέατα.
Λεξικό Δέντρο
sightseeing
sightseer
sightsee
sight
see



























