to sightsee
sight
ˈsaɪt
sait
see
si:
si

Ορισμός και σημασία του "sightsee"στα αγγλικά

to sightsee
01

επισκέπτομαι αξιοθέατα, κάνω τουρισμό

to visit interesting and well-known places 
Intransitive
to sightsee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sightsee
γ΄ ενικό πρόσωπο
sightsees
ενεστώτα μετοχή
sightseeing
απλός αόριστος
sightsaw
παθητική μετοχή
sightseen
Παραδείγματα
Tourists often come to the city to sightsee and experience its cultural landmarks. 

Οι τουρίστες έρχονται συχνά στην πόλη για να περιηγηθούν και να βιώσουν τα πολιτιστικά της αξιοθέατα.

Λεξικό Δέντρο

sightseeing
sightseer
sightsee

sight

+

see

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store