Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sight gag
01
οπτικό αστείο, οπτικό γκάγκ
a joke whose effect is achieved by visual means rather than by speech (as in a movie)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sight gags



























