sickening
Pronunciation
/ˈsɪkənɪŋ/, /ˈsɪknɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "sickening"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός, προκαλεί αηδία

causing a feeling of disgust or nausea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sickening
συγκριτικός βαθμός
more sickening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sickening smell of the garbage left outside permeated the entire street.
Η αηδιαστική μυρωδιά των σκουπιδιών που άφησαν έξω διαπέρασε ολόκληρο το δρόμο.

Λεξικό Δέντρο

sickeningly
sickeningness
sickening
sicken
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store