sickening
si
ˈsɪ
si
cke
ning
nɪng
ning
thickeningquickening

Ορισμός και σημασία του "sickening"στα αγγλικά

01

αηδιαστικός, προκαλεί αηδία

causing a feeling of disgust or nausea 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sickening
συγκριτικός βαθμός
more sickening
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sickening sight of the mangled wreckage left everyone feeling nauseated. 

Η αηδιαστική θέα των διαλυμένων συντριμμιών άφησε όλους να νιώθουν ναυτία.

Λεξικό Δέντρο

sickeningly
sickeningness
sickening
sicken
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store