sick leave
sick
sɪk
σικ
leave
li:v
λιβ

Ορισμός και σημασία του "sick leave"στα αγγλικά

01

άδεια ασθενείας, άρρωστη άδεια

a specific period of time granted to a person who is ill to temporary leave work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sick leaves
Παραδείγματα
She took sick leave to recover from a severe cold. 

Πήρε άδεια ασθενείας για να αναρρώσει από έναν σοβαρό κρυολόγημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store