sick leave
Pronunciation
/ˈsɪk liv/

Ορισμός και σημασία του "sick leave"στα αγγλικά

01

άδεια ασθενείας, άρρωστη άδεια

a specific period of time granted to a person who is ill to temporary leave work
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sick leaves
Παραδείγματα
She returned to work after her sick leave feeling much better.
Επέστρεψε στη δουλειά μετά την άδεια ασθενείας της αισθανόμενη πολύ καλύτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store