Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shy away from
01
αποφεύγω, διστάζω
to avoid an activity, person, etc. because one is scared, unwilling, or not confident
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away from
βασικό ρήμα
shy
ενεστώτας
shy away from
γ΄ ενικό πρόσωπο
shies away from
ενεστώτα μετοχή
shying away from
απλός αόριστος
shied away from
παθητική μετοχή
shied away from
Παραδείγματα
He tends to shy away from public speaking due to his nervousness.
Τείνει να αποφεύγει τις δημόσιες ομιλίες λόγω της νευρικότητάς του.



























