Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shrunken
01
μειωμένος, ελαττωμένος
reduced in efficacy or vitality or intensity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shrunken
συγκριτικός βαθμός
more shrunken
διαβαθμίσιμο
02
συρρικνωμένος, ρυτιδωμένος
thin and wrinkled, typically as a result of age, illness, or severe weight loss
Παραδείγματα
The old man’s face was shrunken, with deep wrinkles etched by years of hardship.
Το πρόσωπο του γέρου ήταν κατάβρεγμα, με βαθιές ρυτίδες χαραγμένες από χρόνια δυσκολίας.



























