shrunken
shrun
ˈʃrʌn
shran
ken
kən
kēn
drunkenduncansunken

Ορισμός και σημασία του "shrunken"στα αγγλικά

01

μειωμένος, ελαττωμένος

reduced in efficacy or vitality or intensity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shrunken
συγκριτικός βαθμός
more shrunken
διαβαθμίσιμο
02

συρρικνωμένος, ρυτιδωμένος

thin and wrinkled, typically as a result of age, illness, or severe weight loss 
Παραδείγματα
The old man’s face was shrunken, with deep wrinkles etched by years of hardship. 

Το πρόσωπο του γέρου ήταν κατάβρεγμα, με βαθιές ρυτίδες χαραγμένες από χρόνια δυσκολίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store