to shrug off
shrug
ʃrʌg
shrag
off
ɒf
of

Ορισμός και σημασία του "shrug off"στα αγγλικά

to shrug off
01

αγνοώ, δεν δίνω σημασία σε

to consider something unworthy of one's attention or consideration 
Transitive: to shrug off sth
to shrug off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
shrug
ενεστώτας
shrug off
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrugs off
ενεστώτα μετοχή
shrugging off
απλός αόριστος
shrugged off
παθητική μετοχή
shrugged off
Παραδείγματα
The manager advised the team to shrug off the distractions and maintain productivity. 

Ο διαχειριστής συμβούλευσε την ομάδα να αγνοήσει τις περισπασμούς και να διατηρήσει την παραγωγικότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store