Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shrink
01
συρρικνώνομαι, μαζεύομαι
(of clothes or fabric) to become smaller when washed with hot water
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shrink
γ΄ ενικό πρόσωπο
shrinks
ενεστώτα μετοχή
shrinking
απλός αόριστος
shrank
παθητική μετοχή
shrunk
Παραδείγματα
Be careful, or your wool sweater might shrink in the laundry.
Πρόσεχε, ή το μάλλιο πουλόβερ σου μπορεί να συρρικνωθεί στο πλύσιμο.
02
συρρικνώνω, μειώνω
to decrease in size or volume
Intransitive
Παραδείγματα
The plastic bottle will shrink when exposed to heat, making it more compact for recycling.
Το πλαστικό μπουκάλι θα συρρικνωθεί όταν εκτεθεί σε θερμότητα, κάνοντάς το πιο συμπαγές για ανακύκλωση.
03
συμπτύσσομαι, υποχωρώ
to pull back or show hesitation due to fear, aversion, or reluctance
Intransitive
Παραδείγματα
The loud noise startled her, causing her to shrink instinctively and cover her ears.
Ο δυνατός θόρυβος την τρόμαξε, κάνοντάς την να συμπτυχθεί ενστικτωδώς και να καλύψει τα αυτιά της.
Shrink
01
ψυχίατρος, ψυχολόγος
a physician who specializes in the diagnosis and treatment of mental disorders
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shrinks
Παραδείγματα
The shrink recommended cognitive-behavioral therapy.
Ο ψυχίατρος συνέστησε γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία.
Λεξικό Δέντρο
shrinking
shrink



























