bedtime
bed
ˈbɛd
bed
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "bedtime"στα αγγλικά

01

ώρα ύπνου, ώρα να πάει για ύπνο

the time when one goes to bed or the assigned time for sleeping 
bedtime definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bedtimes
Παραδείγματα
Her regular bedtime is 10 p.m. on school nights. 

Η κανονική της ώρα ύπνου είναι στις 10 μ.μ. τις νύχτες του σχολείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store