Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shout out
01
φωνάζω, κραυγάζω
utter a sudden loud cry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
shout
ενεστώτας
shout out
γ΄ ενικό πρόσωπο
shouts out
ενεστώτα μετοχή
shouting out
απλός αόριστος
shouted out
παθητική μετοχή
shouted out
02
αποφύλλιση, χάνω τα φύλλα
(of plants and shrubs) shedding foliage at the end of the growing season
03
φωνάζω, ουρλιάζω
utter in a very loud voice
Shout out
01
μνεία, δημόσια αναγνώριση
a public acknowledgment or praise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shout outs
Παραδείγματα
He posted an SO to his fans online.
Έκανε ένα shout out στους θαυμαστές του στο διαδίκτυο.



























