Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shortcut
01
σύντομη διαδρομή, πιο σύντομος δρόμος
a quicker or more direct way of reaching a destination
Παραδείγματα
The GPS recommended a shortcut to cut down the drive to the hotel.
Το GPS πρότεινε μια συντομότερη διαδρομή για να μειώσει το χρόνο οδήγησης μέχρι το ξενοδοχείο.
02
συντομεύσεις, γρηγορότερη μέθοδος
a quicker or more efficient method to achieve a particular outcome or goal
Παραδείγματα
He took several shortcuts while preparing the presentation to finish it before the deadline.
Πήρε πολλές συντομεύσεις ενώ προετοίμαζε την παρουσίαση για να την ολοκληρώσει πριν από την προθεσμία.
03
συντόμευση, γρήγορη πρόσβαση
(computing) an icon or link that provides quick access to a file, website, or program
Παραδείγματα
Creating a desktop shortcut for the document saves time when you need to open it often.
Η δημιουργία μιας συντόμευσης στην επιφάνεια εργασίας για το έγγραφο εξοικονομεί χρόνο όταν χρειάζεται να το ανοίγετε συχνά.
04
συντομευτική διαδρομή
(computing) a key or set of keys that quickly performs a specific function on a computer
Παραδείγματα
You can save your work by clicking the save button or by using the keyboard shortcut Ctrl+S.
Μπορείτε να αποθηκεύσετε την εργασία σας κάνοντας κλικ στο κουμπί αποθήκευσης ή χρησιμοποιώντας τη συντομευτική πληκτρολόγηση Ctrl+S.



























