Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shortcake
01
βραχύκωλο κέικ, μπισκότο κρέμας
a type of sweet cake or biscuit that is made from flour, sugar, butter, and often cream or milk, and is typically served with fresh fruit and whipped cream
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shortcakes
Λεξικό Δέντρο
shortcake
short
cake



























