Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shortage
01
έλλειψη, ανεπάρκεια
a lack of something needed, such as supplies, resources, or people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shortages
Παραδείγματα
The pandemic caused a shortage of personal protective equipment.
Η πανδημία προκάλεσε έλλειψη προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού.
02
έλλειψη, ανεπάρκεια
an acute insufficiency
Λεξικό Δέντρο
shortage
short



























