shortage
shor
ˈʃɔ:
σο
tage
tɪʤ
τιτζ
reportage

Ορισμός και σημασία του "shortage"στα αγγλικά

01

έλλειψη, ανεπάρκεια

a lack of something needed, such as supplies, resources, or people 
shortage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shortages
Παραδείγματα
The shortage of medical supplies during the pandemic highlighted the vulnerabilities in global supply chains. 

Η έλλειψη ιατρικών προμηθειών κατά τη διάρκεια της πανδημίας τόνισε τις ευπάθειες στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

02

έλλειψη, ανεπάρκεια

an acute insufficiency 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

shortage
short
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store