shortage
shor
ˈʃɔr
σορ
tage
tɪʤ
τιτζ
/ˈʃɔːtɪʤ/

Ορισμός και σημασία του "shortage"στα αγγλικά

01

έλλειψη, ανεπάρκεια

a lack of something needed, such as supplies, resources, or people
shortage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shortages
Παραδείγματα
The pandemic caused a shortage of personal protective equipment.
Η πανδημία προκάλεσε έλλειψη προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού.
02

έλλειψη, ανεπάρκεια

an acute insufficiency
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store