short-haired
short
ʃɔrt
σορτ
haired
hɛrd
χερντ
/ʃˈɔːthˈeəd/

Ορισμός και σημασία του "short-haired"στα αγγλικά

short-haired
01

κοντότριχος, με κοντά μαλλιά

having hair that is not long
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most short-haired
συγκριτικός βαθμός
more short-haired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She always preferred short-haired hairstyles in summer.
Πάντα προτιμούσε κοντές κομμώσεις το καλοκαίρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store