shorebird
Pronunciation
/ˈʃɔɹˌbɝd/

Ορισμός και σημασία του "shorebird"στα αγγλικά

01

παραλιακό πτηνό, ορνιθοπανίδα παραλίας

any of numerous wading birds that frequent mostly seashores and estuaries
shorebird definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shorebirds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store