Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shore
01
ακτή, παραλία
the area of land where the land meets a body of water such as an ocean, sea, lake, or river
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shores
Παραδείγματα
The lighthouse stood tall, guiding ships safely to shore.
Ο φάρος στέκονταν ψηλά, οδηγώντας τα πλοία με ασφάλεια στην ακτή.
02
στύλος στήριξης, υποστήριγμα
a beam or timber that is propped against a structure to provide support
to shore
01
στηρίζω, υποστηρίζω
support by placing against something solid or rigid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shore
γ΄ ενικό πρόσωπο
shores
ενεστώτα μετοχή
shoring
απλός αόριστος
shored
παθητική μετοχή
shored
02
προσγειώνομαι, αποβιβάζομαι
arrive on shore
03
χρησιμεύω ως ακτή για, οριοθετώ
serve as a shore to



























