shore
shore
ʃɔr
σορ
/ʃˈɔː/

Ορισμός και σημασία του "shore"στα αγγλικά

01

ακτή, παραλία

the area of land where the land meets a body of water such as an ocean, sea, lake, or river
shore definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shores
Παραδείγματα
The lighthouse stood tall, guiding ships safely to shore.
Ο φάρος στέκονταν ψηλά, οδηγώντας τα πλοία με ασφάλεια στην ακτή.
02

στύλος στήριξης, υποστήριγμα

a beam or timber that is propped against a structure to provide support
to shore
01

στηρίζω, υποστηρίζω

support by placing against something solid or rigid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shore
γ΄ ενικό πρόσωπο
shores
ενεστώτα μετοχή
shoring
απλός αόριστος
shored
παθητική μετοχή
shored
02

προσγειώνομαι, αποβιβάζομαι

arrive on shore
03

χρησιμεύω ως ακτή για, οριοθετώ

serve as a shore to
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store