shoplifting
shop
ˈʃɒp
shop
lif
lɪf
lif
ting
tɪng
ting

Ορισμός και σημασία του "shoplifting"στα αγγλικά

01

κλοπή από κατάστημα, shoplifting

the crime of taking goods from a store without paying for them 
shoplifting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Shoplifting is considered a serious crime in most countries. 

Η κλοπή από κατάστημα θεωρείται σοβαρό έγκλημα στις περισσότερες χώρες.

Λεξικό Δέντρο

shoplifting
shoplift

shop

+

lift

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store