Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shoplift
01
κλέβω από κατάστημα, διαπράττω κλοπή από κατάστημα
to steal goods from a store by secretly taking them without paying
Intransitive
Transitive: to shoplift sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shoplift
γ΄ ενικό πρόσωπο
shoplifts
ενεστώτα μετοχή
shoplifting
απλός αόριστος
shoplifted
παθητική μετοχή
shoplifted
Παραδείγματα
The security cameras captured the individual attempting to shoplift items from the store.
Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν το άτομο που προσπαθούσε να κλέψει αντικείμενα από το κατάστημα.
Λεξικό Δέντρο
shoplifter
shoplifting
shoplift
shop
lift



























