Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shocking
01
συγκλονιστικό, σοκαριστικό
unexpected or extreme enough to cause intense surprise or disbelief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shocking
συγκριτικός βαθμός
more shocking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The shocking twist in the plot of the movie kept viewers on the edge of their seats.
Η συγκλονιστική ανατροπή στην πλοκή της ταινίας κράτησε τους θεατές στην άκρη των θέσεών τους.
Λεξικό Δέντρο
shockingly
shocking
shock



























