Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shocking
01
συγκλονιστικό, σοκαριστικό
unexpected or extreme enough to cause intense surprise or disbelief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shocking
συγκριτικός βαθμός
more shocking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, news
Παραδείγματα
The shocking revelation about his past took everyone by surprise.
Η συγκλονιστική αποκάλυψη για το παρελθόν του πήρε όλους με έκπληξη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shockingly
shocking
shock



























