shock-headed
shock
ʃɒkhɛdɪd
σοκχεντιντ
headed

Ορισμός και σημασία του "shock-headed"στα αγγλικά

shock-headed
01

ατημέλητος, φαράκλωτος

having a bushy thick mass of hair which is unkempt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shock-headed
συγκριτικός βαθμός
more shock-headed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, hair

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store