Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shit
01
σκατά, ανοησίες
obscene words for unacceptable behavior
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
σκατά, κόπρανα
the solid waste excreted from the body
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The dog left a huge pile of shit on the living room carpet.
Ο σκύλος άφησε ένα τεράστιο σωρό σκατά στο χαλί του καθιστικού.
03
σκατά, χάλι
something of little value
04
σκατά, ηλίθιος
insulting terms of address for people who are stupid or irritating or ridiculous
05
σκατά, κοπριά
a coarse term for defecation
06
σκατά, ασήμαντο ποσό
a small worthless amount
07
σκατά, σκουπίδι
something of very poor quality
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
This coffee tastes like absolute shit this morning.
Αυτός ο καφές έχει γεύση από απόλυτη σκατά σήμερα το πρωί.
to shit
01
χέζω, αφοδεύω
to pass feces from the body
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shit
γ΄ ενικό πρόσωπο
shits
ενεστώτα μετοχή
shitting
απλός αόριστος
shit or shat
παθητική μετοχή
shit or shat
Παραδείγματα
He had to shit so bad he barely made it to the bathroom.
Έπρεπε να χέσει τόσο πολύ που μόλις κατάφερε να φτάσει στο μπάνιο.
02
καταδίδω, μουντζώνω
give away information about somebody



























