Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shipping
01
αποστολή, θαλάσσια μεταφορά
the act of transporting goods, particularly by sea
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shippings
Παραδείγματα
The shipping of goods from Asia to Europe has become more efficient with advancements in maritime technology.
Η αποστολή εμπορευμάτων από την Ασία στην Ευρώπη έχει γίνει πιο αποτελεσματική με τις εξελίξεις στη ναυτική τεχνολογία.
02
εμπορικός στόλος, εμπορικά πλοία
ships that are in a specific area or belong to a particular country
Παραδείγματα
Wartime shipping was heavily monitored to prevent enemy attacks.
Η ναυτιλία σε καιρό πολέμου παρακολουθούνταν έντονα για την πρόληψη εχθρικών επιθέσεων.
Λεξικό Δέντρο
shipping
ship



























