shipping
shi
ˈʃɪ
shi
pping
pɪng
ping
shopping

Ορισμός και σημασία του "shipping"στα αγγλικά

01

αποστολή, θαλάσσια μεταφορά

the act of transporting goods, particularly by sea 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shippings
Παραδείγματα
The shipping of goods from Asia to Europe has become more efficient with advancements in maritime technology. 

Η αποστολή εμπορευμάτων από την Ασία στην Ευρώπη έχει γίνει πιο αποτελεσματική με τις εξελίξεις στη ναυτική τεχνολογία.

02

εμπορικός στόλος, εμπορικά πλοία

ships that are in a specific area or belong to a particular country 
Παραδείγματα
Wartime shipping was heavily monitored to prevent enemy attacks. 

Η ναυτιλία σε καιρό πολέμου παρακολουθούνταν έντονα για την πρόληψη εχθρικών επιθέσεων.

03

shipping, ζευγάρωμα

the act of supporting, endorsing, or wishing for a romantic relationship between two fictional characters, usually in fan communities 
Παραδείγματα
Shipping is very popular among fans of the series. 

Το shipping είναι πολύ δημοφιλές στους θαυμαστές της σειράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store