shipbuilder
ship
ˈʃɪp
ship
buil
ˌbɪl
bil
der

Ορισμός και σημασία του "shipbuilder"στα αγγλικά

01

ναυπηγείο, ναυπηγός

a business that builds and repairs ships 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shipbuilders
02

ναυπηγός, ναυπηγείο

a person or company involved in the construction and design of ships 
03

ναυπηγός, ξυλουργός που βοηθά στην κατασκευή και την καθέλκυση ξύλινων σκαφών

a carpenter who helps build and launch wooden vessels 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store