Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shimmer
01
λαμπυρίζω, αστράφτω
to shine with a soft and wavering light
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
shimmer
γ΄ ενικό πρόσωπο
shimmers
ενεστώτα μετοχή
shimmering
απλός αόριστος
shimmered
παθητική μετοχή
shimmered
Παραδείγματα
The distant city lights began to shimmer in the evening haze.
Τα μακρινά φώτα της πόλης άρχισαν να λαμπυρίζουν στο βραδινό θολωμένο φως.
Shimmer
01
λαμπύρισμα, απαύρα
a soft, wavering light that creates a glistening or sparkling effect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shimmers
Παραδείγματα
There was a gentle shimmer in the air as the sun rose over the horizon.
Υπήρχε μια απαλή λαμπύριδα στον αέρα καθώς ο ήλιος ανατέλλει στον ορίζοντα.
Λεξικό Δέντρο
shimmering
shimmer



























