to shimmer
shi
ˈʃɪ
shi
mmer
skimmerswimmershammersimmer

Ορισμός και σημασία του "shimmer"στα αγγλικά

to shimmer
01

λαμπυρίζω, αστράφτω

to shine with a soft and wavering light 
Intransitive
to shimmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
shimmer
γ΄ ενικό πρόσωπο
shimmers
ενεστώτα μετοχή
shimmering
απλός αόριστος
shimmered
παθητική μετοχή
shimmered
Παραδείγματα
The lake shimmered in the moonlight. 

Η λίμνη λάμπε στο φως του φεγγαριού.

01

λαμπύρισμα, απαύρα

a soft, wavering light that creates a glistening or sparkling effect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shimmers
Παραδείγματα
The shimmer of the water reflected the colors of the sunset. 

Η λαμπύρισμα του νερού αντανακλούσε τα χρώματα του ηλιοβασιλέματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store