Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to shield
01
προστατεύω, σκεπάζω
to protect or hide someone or something from harm or danger
Transitive: to shield sb/sth | to shield sb/sth from potential harm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
shield
γ΄ ενικό πρόσωπο
shields
ενεστώτα μετοχή
shielding
απλός αόριστος
shielded
παθητική μετοχή
shielded
Παραδείγματα
The knight shielded the princess from the oncoming danger.
Ο ιππότης προστάτευσε την πριγκίπισσα από τον επερχόμενο κίνδυνο.
Shield
01
ασπίδα, θυρεός
a large piece of armor made of strong material, carried on the arm by soldiers in the past
Παραδείγματα
The knight raised his shield to deflect the enemy's sword during the battle.
Ο ιππότης σήκωσε την ασπίδα του για να εκτρέψει το σπαθί του εχθρού κατά τη μάχη.
02
κέλυφος, ασπίδα
a hard outer covering or case of certain animals, such as arthropods or turtles, providing protection
Παραδείγματα
The beetle's shield was glossy and brown.
Η ασπίδα του σκαθαριού ήταν γυαλιστερή και καφέ.
03
ασπίδα, προστατευτικό
a structure or covering used to protect something from harm, damage, or exposure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shields
Παραδείγματα
The building had a shield against strong winds.
Το κτίριο είχε μια ασπίδα ενάντια σε ισχυρούς ανέμους.
04
σήμα, διακριτικό
a badge worn by a police officer as a symbol of authority
Dialect
American
Παραδείγματα
The officer showed his shield at the checkpoint.
Ο αξιωματικός έδειξε την ασπίδα του στο σημείο ελέγχου.
Λεξικό Δέντρο
shielded
shielder
shielding
shield



























