Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sheltered workshop
01
προστατευμένο εργαστήριο, προστατευμένο εργαστήριο εργασίας
a workshop that offers jobs to members of the physically or developmentally disabled population
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sheltered workshops



























