Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to becalm
01
καθησυχάζω, ηρεμώ
to make calm or to soothe, typically by reducing agitation or excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
becalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
becalms
ενεστώτα μετοχή
becalming
απλός αόριστος
becalmed
παθητική μετοχή
becalmed
Παραδείγματα
Over the years, he has learned various techniques to becalm his nerves before public speaking engagements.
Με τα χρόνια, έχει μάθει διάφορες τεχνικές για να ηρεμεί τα νεύρα του πριν από τις δημόσιες ομιλίες.
Λεξικό Δέντρο
becalmed
becalm



























