Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to becalm
01
καθησυχάζω, ηρεμώ
to make calm or to soothe, typically by reducing agitation or excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
becalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
becalms
ενεστώτα μετοχή
becalming
απλός αόριστος
becalmed
παθητική μετοχή
becalmed
Παραδείγματα
The therapist's gentle words and calming presence becalm her anxious patient during the therapy session.
Οι απαλές λέξεις του θεραπευτή και η ηρεμιστική του παρουσία ηρεμούν τον αγχωτικό του ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής συνεδρίας.
Λεξικό Δέντρο
becalmed
becalm



























