to becalm
be
bi
calm
ˈkɑ:m
kaam
aplombembalmIslamVietnam

Ορισμός και σημασία του "becalm"στα αγγλικά

to becalm
01

καθησυχάζω, ηρεμώ

to make calm or to soothe, typically by reducing agitation or excitement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
becalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
becalms
ενεστώτα μετοχή
becalming
απλός αόριστος
becalmed
παθητική μετοχή
becalmed
Παραδείγματα
The therapist's gentle words and calming presence becalm her anxious patient during the therapy session. 

Οι απαλές λέξεις του θεραπευτή και η ηρεμιστική του παρουσία ηρεμούν τον αγχωτικό του ασθενή κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής συνεδρίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store