Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sheepman
01
βοσκός, προβατάς
a herder of sheep (on an open range); someone who keeps the sheep together in a flock
02
βοσκός, εκτροφέας προβάτων
a man who raises (or tends) sheep
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
sheepmen
αρσενικό ενικό
sheepman
θηλυκό ενικό
sheepwoman
neutral form
shepherd
LanGeek



























