Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beautify
01
ομορφαίνω, διακοσμώ
make more attractive by adding ornament, colour, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beautify
γ΄ ενικό πρόσωπο
beautifies
ενεστώτα μετοχή
beautifying
απλός αόριστος
beautified
παθητική μετοχή
beautified
Παραδείγματα
She decided to beautify her garden with colorful flowers and shrubs.
Αποφάσισε να ομορφύνει τον κήπο της με πολύχρωμα λουλούδια και θάμνους.
03
ομορφαίνω, διακοσμώ
be beautiful to look at
Λεξικό Δέντρο
beautify
beaut
beauty



























