shaver
Pronunciation
/ˈʃeɪvɝ/

Ορισμός και σημασία του "shaver"στα αγγλικά

01

ηλεκτρικό ξυράφι, ξυριστική μηχανή

an electric tool used for shaving
shaver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
shavers
Παραδείγματα
The shaver comes with a cleaning brush for easy maintenance.
Το ξυράφι συνοδεύεται από πινέλο καθαρισμού για εύκολη συντήρηση.
02

αγόρι, παιδί

a young person, typically a child or adolescent
shaver definition and meaning
Παραδείγματα
Parents worried about the shaver crossing the busy street.
Οι γονείς ανησυχούσαν για τον νεαρό που διέσχιζε τον πολυσύχναστο δρόμο.
03

ξυριστική μηχανή, άντρας που ξυρίζεται τακτικά

an adult male who regularly shaves
Παραδείγματα
The barber complimented the shaver on his technique.
Ο κουρέας επαίνεσε τον ξυρισμένο για την τεχνική του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store