Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
shameless
01
αναιδής, ξεδιάντροπος
behaving boldly or in a morally questionable manner without feeling embarrassment or remorse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most shameless
συγκριτικός βαθμός
more shameless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, morality, character
Παραδείγματα
The shameless politician was caught in a scandal but showed no remorse.
Ο αναιδής πολιτικός πιάστηκε σε σκάνδαλο αλλά δεν έδειξε καθόλου μεταμέλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shamelessly
shamelessness
shameless
shame



























