severable
se
ˈsɛ
se
ve
və
vē
ra
rə
rē
ble
bəl
bēl
separable

Ορισμός και σημασία του "severable"στα αγγλικά

01

διαχωρίσιμος, διαιρούμενος

able to be separated into parts 
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most severable
συγκριτικός βαθμός
more severable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, contracts, parts
Παραδείγματα
The contract includes severable clauses. 

Η σύμβαση περιλαμβάνει διαχωρίσιμες ρήτρες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

severable
sever
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store