Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to set in
[phrase form: set]
01
εγκαθίσταται, προκύπτει
to occur, often referring to something unwelcome
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets in
ενεστώτα μετοχή
setting in
απλός αόριστος
set in
παθητική μετοχή
set in
Παραδείγματα
As dusk set in, the street lights began to glow.
Καθώς επέβαλλε το σούρουπο, τα φώτα του δρόμου άρχισαν να λάμπουν.
02
καθιδρύω, τοποθετώ
to organize the responsibilities and functions associated with a religious minister or their office
Transitive: to set in a religious minister
Παραδείγματα
The church board set in the reverend to provide spiritual guidance to the members.
Το συμβούλιο της εκκλησίας διόρισε τον πάστορα για να παρέχει πνευματική καθοδήγηση στα μέλη.
03
εγκαθίσταται, ξεκινά
(of wind or water) to change the direction or flow, typically moving closer to the shore
Intransitive
Παραδείγματα
The coastal breeze set in, creating perfect conditions for kite flying on the beach.
Η παράκτια αύρα έπεσε, δημιουργώντας τέλειες συνθήκες για το πέταγμα χαρταετών στην παραλία.



























