to set in
set
sɛt
set
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "set in"στα αγγλικά

to set in
01

εγκαθίσταται, προκύπτει

to occur, often referring to something unwelcome 
Intransitive
to set in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
set
ενεστώτας
set in
γ΄ ενικό πρόσωπο
sets in
ενεστώτα μετοχή
setting in
απλός αόριστος
set in
παθητική μετοχή
set in
Παραδείγματα
Despair seems to have set in among the team. 

Η απελπισία φαίνεται να έχει εγκατασταθεί στην ομάδα.

02

καθιδρύω, τοποθετώ

to organize the responsibilities and functions associated with a religious minister or their office 
Transitive: to set in a religious minister
Παραδείγματα
They set the new priest in to oversee the parish's affairs. 

Τοποθέτησαν τον νέο ιερέα να επιβλέπει τις υποθέσεις της ενορίας.

03

εγκαθίσταται, ξεκινά

(of wind or water) to change the direction or flow, typically moving closer to the shore 
Intransitive
Παραδείγματα
As the tide rose, it set in with a gentle current that carried us back to the beach. 

Καθώς η παλίρροια ανέβηκε, εγκαταστάθηκε με ένα ήρεμο ρεύμα που μας μετέφερε πίσω στην παραλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store