Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to serve up
[phrase form: serve]
01
σερβίρω, προσφέρω
to offer something, typically food or drink, to someone
Transitive: to serve up food or drink
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
serve
ενεστώτας
serve up
γ΄ ενικό πρόσωπο
serves up
ενεστώτα μετοχή
serving up
απλός αόριστος
served up
παθητική μετοχή
served up
Παραδείγματα
He served up a homemade breakfast to his family on Sunday mornings.
Σερβίριζε ένα σπιτικό πρωινό στην οικογένειά του τις Κυριακές το πρωί.



























